ONLINE REZERVASYON

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΣΙΡΙΝΤΖΕ

Το χωριό Σιρίντζε αναφέρεται σε αρχαίες πηγές ως «η Έφεσος στο Βουνό», ονομασία που δηλώνει προ πολλού εγκατεστημένο οικισμό. Παρά το γεγονός ότι δε φαίνεται να υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για το πώς εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο, η κυρίαρχη θεωρία της δημιουργίας του περιγράφει ότι μια μικρή ομάδα ανθρώπων εποίκισαν εκ νέου το βουνό μετά την πτώση της πόλης της Εφέσου και τη μεταφορά του λιμανιού της στο Κουσάντασι (Scala Nova). Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να προτίμησαν τη μετακίνηση και εποίκιση του βουνού εξαιτίας των προβλημάτων που είχαν προκληθεί από την εισροή λάσπης κατά την υπερχείλιση του Μαιάνδρου ποταμού.
Στο χωριό λέγεται σήμερα ότι εκείνο το παλιό νέο χωριό επάνω στο βουνό είχε ονομαστεί Τσιρκίντζε, που σημαίνει «ασχημούλης», με την πρόθεση να τραβά λιγότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον των ξένων και να εξασφαλίζει, με τον τρόπο αυτόν, ασφάλεια. Μια από τις κυριότερες ανέκδοτες ιστορίες που αφορούν την ονοματοδοσία του Σιρίντζε διηγείται ότι μια ομάδα Ελλήνων Βυζαντινών που είχαν απελευθερωθεί από την κυριαρχία των Αϊντινοουλαρί και είχαν διωχθεί μακριά προκειμένου να εποικίσουν νέες περιοχές, ρωτήθηκαν κάποτε από τους κατοίκους των διπλανών χωριών εάν το νέο μέρος που είχαν βρει ήταν όμορφο ή όχι. Η απάντηση ήταν «ασχημούλι».



Το παλαιότερο κτίσμα στο Σιρίντζε χρονολογείται από την Ελληνιστική περίοδο, είχε αρχικά κατασκευαστεί ως πύργος, κατά πάσα πιθανότητα κατάλοιπο της εποχής του Λυσιμάχου, και ανταποκρίνεται στο χρόνο ίδρυσης της πόλης της Εφέσου. Αποτελούσε μέρος ενός πρώιμου συστήματος προειδοποίησης που είχε κατασκευαστεί στην Κοιλάδα του Κάυστρου, η οποία ήταν στρατηγικής στρατιωτικής σημασίας. Το κτίσμα υπέστη κάποιες αλλαγές κατά τη Βυζαντινή περίοδο και οι ντόπιοι θεωρούν ότι είχε υπάρξει μοναστήρι.
Μια κεραμική σφραγίδα με το όνομα Γεώργιος, που χρησιμοποιείτο ως εμπορικό σήμα φούρνου για την αναγνώριση του ψωμιού και η οποία βρέθηκε σε τοπικό οπωρώνα ροδάκινου, καταδεικνύει την ύπαρξη οργανωμένης κοινωνικής ζωής στην περιοχή αυτή κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Οι παλαιότερες ταξιδιωτικές σημειώσεις σχετικά με την Κιρκίντζα βρίσκονται σε ένα βιβλίο αναμνήσεων με τίτλο «Επίσκεψη στην Τουρκία και Επιστροφή στη Βρετανία», που γράφτηκε από τον λόγιο ιερέα Έντμουντ Ντ. Τσίσαλ, ο οποίος έζησε στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια των ετών 1698 – 1702. Αφήνοντας την Τιρε, ο Τσίσαλ έφτασε στην αρχαία πόλη της Εφέσου στις 30 Απριλίου του 1699. Όπως αποκαλύπτει τι βιβλίο, το μέρος των περιχώρων της Εφέσου όπου πρόκειται να καταλύσει για τη νύχτα είναι το χωριό Κιρκίντζα. Ο Τσίσαλ και ο οδηγός του έφτασαν στο χωριό γύρω στις 8 η ώρα το απόγευμα, κάνοντας τη διαδρομή μέσω της Κοιλάδας του Κάυστρου στα ανατολικά του λόφου Αγιασουλούκ. Ας παρακολουθήσουμε τα λόγια του Τσίσαλ:
«… Συνοδευόμενοι από τον οδηγό μας και πάνω στα άλογα, ιππεύσαμε κατά μήκος ενός ποταμού με μικρές πηγές, κάνοντας ένα μακρύ αλλά ευχάριστο ταξίδι περίπου μιάμισης ώρας, ανάμεσα σε δύο λόφους κάτω από το φρούριο της Εφέσου, με συντροφιά τους δροσερούς ίσκιους των μυρτιών, ροδοδαφνών, πασχαλιών και άλλων».
Διανυκτερεύοντας στις σκηνές των ημιονηγών, επισκέφθηκαν το χωριό την επόμενη ημέρα, την Πρωτομαγιά. Ο Τσίσαλ σημειώνει ότι όλοι οι κάτοικοι ήταν Χριστιανοί.
«… Ο ιερέας του χωριού ήθελε να μας δείξει υποτιθέμενες χειρόγραφες σελίδες της Βίβλου. Επρόκειτο για μια Βίβλο που πιστεύετο ότι είχε γραφτεί από τον Πρόχορο, έναν από τους επτά βοηθούς ιερείς που αναφέρονται στο βιβλίο «Τα Κατορθώματα των Αποστόλων». Το εξετάσαμε και βρήκαμε ότι είτε ήταν αντίγραφο της Βίβλου, είτε προσευχητάρι από τον 6ο ή 7ο αιώνα».
Έχει καταγραφεί ότι ο Τσίσαλ και η ομάδα του έφυγαν από την Κιρκίντζα για την Έφεσο το απόγευμα της ίδιας ημέρας.
Η Κιρκίντζα ήταν ένα χωριό 1800 Ελληνικών νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 19ο αιώνα.
Ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε στην Ανατολία το 1914 με όλη του τη βία. Η Οθωμανική Κυβέρνηση καταγράφει όλους τους νέους Έλληνες του Χωριού Κιρκίντζα προκειμένου να καταταγούν στα Τάγματα Εργασίας. Υπήρξαν και εκείνοι που δραπέτευσαν από τα Τάγματα είτε για να οργανώσουν ομάδες ληστών στα βουνά, είτε κατέφυγαν στην Ελλάδα για να κάνουν μποϋκοτάζ. Εκείνοι που επιβίωσαν από τον πόλεμο γύρισαν στο χωριό τους μετά το τέλος του. Η Διδώ Σωτηρίου συλλογίζεται εκείνα τα χρόνια στο μυθιστόρημά της με τίτλο «Αντίο Ανατολία», γράφοντας:
«Οι Γερμανοί είχαν αφήσει πίσω τα αποθέματα πυρομαχικών τους στην αρχαία Έφεσο. Ο Τούρκος χωροφύλακας που είχε διοριστεί ως εφαρμογή σχετικού όρου της Ανακωχής του Μούδρου για να τα παραδώσει στους συμμάχους είχε τραπεί σε φυγή. Με το που βράδιασε, οι χωρικοί της Κιρκίντζα μετέφεραν όλα τα όπλα και τα εκρηκτικά στο χωριό τους περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Εφέσου. Ήταν τότε που ένοιωσαν ανεξάρτητοι. Οι καμπούρηδες αμέσως ίσιωσαν τις πλάτες τους».
Στις 15 Μαΐου 1919 οι κάτοικοι της Κιρκίντζα υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό στο χωριό τον Ελληνικό στρατό που είχε καταλάβει τη Σμύρνη. Αναγνωρίζοντας εαυτούς ως Έλληνες, οι νέοι της Κιρκίντζα, των Βουρλών, του Μπουρνόβα και του Κουσάντασι κατετάγοντο εθελοντικά στα ανεξάρτητα τάγματα των οποίων ηγούντο Έλληνες αξιωματικοί. Η Συνθήκη των Σεβρών που υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου του 1920 ενθάρρυνε τους νέους αυτούς και τους έδωσε την ελπίδα της μοιρασιάς της ανατολικής Ανατολίας με τους συμμάχους. Ωστόσο, η επιτυχία της Μεγάλης Επίθεσης με την οποία τελείωσε ο Τουρκικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας και η σωτηρία της Σμύρνης από την Ελληνική κατοχή στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 έγινε η αιτία για τη μετανάστευση όλων των Ελλήνων κατοίκων των χωριών της περιοχής στην Ελλάδα. Σε συνέχεια αυτών των γεγονότων, η Κιρκίντζα, όπως και τα άλλα χωριά, ερημώθηκε, καθώς έμειναν πίσω εκεί μόνο μερικοί γέροντες.
Το 1924 υπογράφτηκε η Συμφωνία Ανταλλαγής Πληθυσμών μεταξύ των Κυβερνήσεων της Τουρκίας και της Ελλάδας. Τότε η μεταπολεμική Κιρκίντζα αναζωογονήθηκε με Τούρκους νεοφερμένους από τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και άλλες πόλεις. Τα λόγια του Καζίμ Ντιρίκ Πασά, του τότε Κυβερνήτη της Σμύρνης, σχετικά με το όνομα του χωριού ακόμα συζητούνται στην περιοχή. Κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας επισκέφθηκε το χωριό και πρότεινε στους κατοίκους του να αλλάξουν το μέχρι τότε ισχύον όνομά του από Τσιρκίντζε – που σημαίνει «ασχημούλης» - σε Σιρίντζε, που σημαίνει «γοητευτικός», λέγοντας ότι «ένα τόσο όμορφο μέρος δε θα πρέπει να ονομάζεται άσχημο, αλλά μόνο όμορφο».

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Το Σιρίντζε βρίσκεται στο τέλος της κοιλάδας που διατρέχει το βουνό Τσιρκίντζε περνώντας από το Σελτσούκ στα ανατολικά. Ο ποταμός που περνά από την κοιλάδα στην αρχαιότητα λεγόταν Κάυστρος. Τα όρη που βρίσκονται στα βόρεια ονομάζονται Έλεμεν. Όρος Σελαχαττίν είναι το όνομα που έχει δοθεί στους λόφους που απλώνονται στα ανατολικά. Ο Λόφος Μπεϊλίκ, με ύψος 508 μέτρα, βρίσκεται στα δυτικά του Σιρίντζε, έχει θέα τη θάλασσα και τον κάμπο του Σελτσούκ.
Οι λόφοι γύρω από το Σιρίντζε καλύπτονται με πεύκα και οι βραχώδεις γκρεμοί με θάμνους. Κάποια ειδικά φυτά με βιολετί λουλούδια είναι εκείνα που τραβούν περισσότερο την προσοχή κατά την ανάβαση στο Σιρίντζε. Η πόλη περιστοιχίζεται από ελαιώνες, κήπους με μανταρινιές και συκιές, καθώς και αμπελώνες.